Η κουλτούρα στην παγκοσμιοποιημένη πόλη

October 3, 2010 § Leave a comment

Η μετάφραση από τα αγγλικά, έγινε από το “παραμύθι της πόλης”.
Οι υποσημειώσεις είναι επίσης δικές μας, για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου.

Ο Zygmunt Bauman είναι ένας από τους πιο δημιουργικούς και σημαντικούς κοινωνιολόγους σήμερα, έχοντας εκδόσει περίπου τριάντα βιβλία και πάνω από εκατό άρθρα. Το ενδιαφέρον του περιλαμβάνει ανάμεσα σε άλλα και θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση, νεωτερικότητα/μετανεωτερικότητα, καταναλωτισμός και θέματα ηθικής. Το “Η κουλτούρα σε μία παγκοσμιοποιημένη πόλη” είναι η δική του συνεισφορά στο Occupied London.

Οι πόλεις και πιο συγκεκριμένα οι μεγα-πόλεις σαν το Λονδίνο, είναι οι κάδοι απορριμμάτων όπου μέσα τους πετιούνται όλα τα προβλήματα της παγκοσμιοποίησης. Είναι επίσης και τα εργαστήρια στα οποία, η τέχνη του να ζεις με αυτά τα προβλήματα (και όχι του να τα επιλύεις) δοκιμάζεται, τεστάρεται και (αν όλα πάνε καλά…) αναπτύσσεται. Οι πιο μεγάλες συνέπειες της παγκοσμιοποίησης (κυρίως ο διαχωρισμός της εξουσίας από την πολιτική και η μετατόπιση των λειτουργιών που κάποτε ήταν υπό την ευθύνη των πολιτικών αρχών στις αγορές, από τη μία πλευρά και στις ατομικές πολιτικές-ζωής[1], από την άλλη) έχουν ήδη μελετηθεί εκτενώς και περιγραφεί λεπτομερέστατα. Θα αυτοπεριοριστώ συνεπώς, σε μία πτυχή της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης – που σπάνια εξετάζεται σε συσχετισμό με την παραδειγματική αλλάγή στη μελέτη και θεωρία της κουλτούρας: και συγκεκριμένα, στο μεταβαλλόμενο μοντέλο της παγκόσμιας μετανάστευσης.

Υπήρξαν τρεις διαφορετικές φάσεις στην ιστορία της μετανάστευσης στην νεωτερική εποχή. Το πρώτο κύμα ακολούθησε τη λογική του τριμερούς συνδρόμου: εδαφική κυριαρχία, εθνοτικός ξεριζωμός, εκτάσεις για καλλιέργια (από εδώ και στο εξής, για λόγους συντομίας θα ανεφέρεται ως ΕΕΕ). Αυτή ήταν η μετανάστευση από το “εκμοντερνισμένο” κέντρο (το κέντρο της ανοικοδόμησης και της οικονομικής προόδου – δύο βασικές βιομηχανίες που είτε σταματούν είτε εκδιώχνουν τους αυξανόμενους αριθμούς των “άχρηστων ανθρώπων”), η οποία εν μέρει εξείγαγε και εν μέρει εκδίωξε από τα σπίτια τους περίπου 60 εκατομμύρια ανθρώπους, ένα τεράστιο ποσοστό για τα δεδομένα του 19ου αιώνα, σε “κενή γη” (περιοχές των οποίων ο ντόπιος πληθυσμός μπορεί να διαγραφεί από τους “εκσυγχρονισμένους” υπολογισμούς· είναι κυριολεκτικά αμέτρητος, θύματα των οποίων τα πτώματα δεν έχουν ανευρεθεί, που θεωρείται είτε ότι δεν υπήρξαν είτε ότι είναι άνευ σημασίας). Όποιος απέμεινε ζωντανός μετά από τις μαζικές σφαγές και τις επιδημίες, αναγορεύτηκε από τους αποίκους ως το αντικείμενο της “εκπολιτιστικής αποστολής των ‘λευκών’”.

Το δεύτερο κύμα της μετανάστευσης θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα ως η περίπτωση “Αυτοκρατορία που μεταναστεύει προς τα πίσω”. Με τη διάλυση των αποικιακών αυτοκρατοριών, ένας αριθμός από αυτόχθονες, σε διάφορα στάδια της “πολιτιστικής τους ανέλιξης”, ακολούθησαν τους αποικιακούς ανωτέρους τους στις μητροπόλεις. Κατά την άφιξη, εντάχθηκαν στο μόνο κοσμοθεωρητικό καλούπι που υπήρχε διαθέσιμο: αυτό που στήθηκε και δοκιμάστηκε στην πράξη νωρίτερα, στην εθνο-κατασκευαστική εποχή, για να αντιμετωπίσει τότε τις κατηγορίες των ανθρώπων που ήταν “προς αφομοίωση” – μία διαδικασία που στόχευε στον αφανισμό των πολιτιστικών διαφορών, καθιστώντας τις μειονότητες θύματα των σταυροφοριών, των πολιτιστικών μαχών και των αποστολών προσηλυτισμού (πρόσφατα μετονομαζόμενες, στο όνομα της “πολιτικής ορθότητας”, σε “αγωγή του πολίτη” με στόχο την “ενσωμάτωση”). Η ιστορία δεν έχει τελειώσει ακόμη: ξανά και ξανά, ο ήχος της αντηχεί στις διακυρήξεις των προθέσεων των πολιτικών, οι οποίοι έχουν εμφανώς την τάση να ακολουθούν τις συνήθειες της κουκουβάγιας της θεάς Αθηνάς, γνωστή στο να απλώνει τα φτερά της όταν ο ήλιος δύει. Όπως η πρώτη φάση του μεταναστευτικού κύματος, το δράμα της “αυτοκρατορίας που μεταναστεύει πίσω” επιχειρήθηκε, ανεπιτυχώς, να συμπιεστεί στο πλαίσιο του ξεπερασμένου πλέον συνδρόμου ΕΕΕ.

Το τρίτο κύμα, σε πλήρη ισχύ σήμερα και ταχύτατα αναπτυσσόμενο, οδηγεί στην εποχή της διασποράς: ένα παγκόσμιο αρχιπέλαγος εθνικών/θρησκευτικών/γλωσσικών κοινοτήτων – επιλήσμων του δρόμου που χάραξε το ιμπεριαλιστικό-αποκιακό επεισόδιο και ακολουθώντας αντ’ αυτού τις παγκοσμιοποιημένες λογικές της διαπλανητικής ανακατανομής ανθρώπινων πόρων. Οι κοινότητες αυτές είναι διάσπαρτες, διάχυτες, εξαπλώνονται πέρα από πολλές κατ’ όνομα ανεξάρτητες επικράτειες, αδιαφορώντας για τις εδαφικές διεκδικήσεις στο όνομα της επικράτησης των τοπικών απαιτήσεων και υποχρεώσεων, είναι φυλακισμένες στα διπλά (ή πολλαπλά) δεσμά της “διπλής (ή πολλαπλής) εθνικότητας” και της διπλής (ή πολλαπλής) αφοσίωσης. Η σημερινή μετανάστευση διαφέρει από τις δύο προηγούμενες φάσεις, καθώς κινείται προς δύο κατευθύνσεις (σχεδόν όλες οι χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Βρετανίας, είναι σήμερα τόσο “μετανάστες” όσο και “έποικοι”) και είναι απαλλαγμένη από διαδρομές (οι διαδρομές δεν είναι πλέον καθορισμένες από την ιμπεριαλιστικούς/αποικιοκρατικούς δεσμούς του παρελθόντος). Διαφέρει επίσης στο ότι ακυρώνει το παλιό ΕΕΕ σύνδρομο και το αντικαθιστά με το ΕΑΣ (ετεροδικία, “άγκυρες” που αντικαθιστούν τις “ρίζες” ως θεμελιώδη εργαλεία προσδιορισμού της ταυτότητας, στρατηγική κυνηγιού).

Η νέα μετανάστευση θέτει ένα ερωτηματικό πάνω στις σχέσεις ταυτότητας και υπηκοότητας, άτομο και τόπος, γειτονιά και ανήκειν. Ο Jonathan Rutherford[2], οξυδερκής και διορατικός παρατηρητής του ταχέως μεταβαλλόμενου πλαισίου της ανθρώπινης συντροφικότητας, σημειώνει ότι οι κάτοικοι του δρόμου όπου ζει στο Λονδίνο, σχηματίζουν μια γειτονιά διαφορετικών κοινότητων, κάποιες με δικτύωση που φτάνει μόλις μέχρι το διπλανό δρόμο, άλλες σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι μία γειτονιά με πορώδη σύνορα[3] στην οποία είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος ανήκει και ποιος όχι. Τι είναι αυτό που μας ανήκει σε αυτό το μέρος; Τι είναι αυτό που ο καθένας από εμάς αποκαλεί σπίτι και όταν αναπολούμε και θυμόμαστε πως φτάσαμε ως εδώ, τι ιστορίες μοιραζόμαστε;

Το να ζεις όπως εμείς (ή οι περισσότεροι από εμάς) στη διασπορά (πόσο μακρυά εκτείνεται και σε τι κατεύθυνση(εις);) ανάμεσα σε ανθρώπους της διασποράς (πόσο μακρυά εκτείνονται και σε ποια κατεύθυνση(εις);) έχει θέσει για πρώτη φορά στην ατζέντα, το ζήτημα της “τέχνης του να ζεις μαζί με τη διαφορετικότητα” – το οποίο εμφανίστηκε στο προσκήνιο μόνο όταν η διαφορετικότητα σταμάτησε να θεωρείται πλέον ως μία παροδική ενόχληση και έτσι, αντιθέτως με το τι συνέβαινε στο παρελθόν, ζητά επειγόντως δεξιοτεχνία, ικανότητες, διδασκαλία και εκπαίδευση. Η ιδέα των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων”, που προωθήθηκε από το καθεστώς ΕΑΣ σε αντικατάσταση/συμπλήρωση του ΕΕΕ θεσμού της χωρικά προσδιορισμένης εθνικότητας, μεταφράζεται σήμερα ως το “δικαίωμα στη διαφορετικότητα”. Σταδιακά, αυτή η νέα απόδοση της ιδέας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άρχισε να αποκτά, στην καλύτερη περίπτωση, την ανοχή μας· χρειάζεται πολύ ακόμα μέχρι να αρχίσει πραγματικά να αποκτά και υποστήριξη. Και το ερώτημα είναι αμφιλεγόμενο, εάν είναι ικανή να συλλάβει την ομαδική υποστήριξη με οποιοδήποτε άλλη μορφή από εκείνη της αστάθειας, κατά κύριο λόγο των εικονικών “δίκτυων”, που δομούνται και σχηματοποιούνται συνεχώς από την αλληλεπίδραση προσωπικών συνδέσεων και αποσυνδέσεων, την πραγματοποίηση κλήσεων και την άρνησή μας να τις αποδεχθούμε.

Η νέα ερμηνεία της ιδέας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλονίζει ιεραρχίες και διαλύει το ρητορικό σχήμα της ανοδικής (“εξελικτικής”) “πολιτιστικής επανάστασης”. Μορφές ζωής αιωρούνται, συναντώνται, συγκρούονται, αγκιστρώνονται η μία στην άλλη, ενώνονται και διαχωρίζονται με (παραφράζοντας τον Georg Simmel[4]) το ίδιο ειδικό βάρος. Ισχυρές και αδιάσειστες ιεραρχίες και γραμμές εξέλιξης, αντικαθίστανται από ατελεύτητες και ενδημικά ασαφείς μάχες αποδοχής· ή στο έπακρο, με κατεξοχήν επαναδιαπραγματεύσιμες ιεραρχίες. Μιμούμενοι τον Αρχιμήδη, γνωστό για το ότι επέμενε (πιθανότητα με μια δόση απογνωσης την οποία μόνο ένα ακραίο και ασαφές πρότζεκτ μπορεί να προκαλέσει) πως μπορούσε να φέρει τον κόσμο πάνω κάτω αρκεί μόνο να του δινόταν ένα σταθερό υπομόχλιο, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι, θα λέγαμε ποιος αφομοιώνεται από ποιον, ποιανού η ανομοιομορφία/ιδιοσυγκρασία καταδικάζεται σε ψαλίδισμα και ποιος θα εμφανιστεί στην κορυφή, αρκεί μονάχα να μας δινόταν μία ιεράρχηση των πολιτισμών. Λοιπόν, δεν μας έχει δοθεί, και μάλλον απίθανό να μας δοθεί σύντομα.

Μπορούμε να πούμε ότι η κουλτούρα, στη φάση της ρευστής νεωτερικότητας, είναι ορισμένη με μέτρο (είτε ως πρόθυμη επιλογή είτε ως υποχρεωτική επιβολή) την ατομική ελευθερία επιλογών. Και ότι αποσκοπεί στο να εξυπηρετεί μία τέτοια ελευθερία. Και στόχος της είναι να μεριμνεί ώστε αυτή η επιλογή να παραμένει αναπόφευκτη: μία αναγκαιότητα ζωής και ένα καθήκον. Και αυτή η ευθύνη, η αναφαίρετη συντροφιά της ελεύθερης επιλογής, παραμένει εκεί όπου οι συνθήκες της ρευστής νεωτερικότητας την επέβαλαν: στους ώμους του καθενός μας, του διορισμένου πλέον ως το μοναδικό διαχειριστή των “πολιτικών ζωής”.

Η σύγχρονη κουλτούρα αποτελείται από προσφορές, όχι κανόνες. Όπως ήδη επισήμανε ο Pierre Bourdieu, η κουλτούρα ζει από τον πειρασμό, όχι από κανονιστικές ρυθμίσεις· από τις προσωπικές σχέσεις, όχι την αστυνόμευση· δημιουργώντας νέες ανάγκες/επιθυμίες/απαιτήσεις, όχι εξαναγκασμό. Η κοινωνία μας είναι μία κοινωνία καταναλωτών και καθώς και ο υπόλοιπος κόσμος βιώνεται απο καταναλωτές, η κουλτούρα μετατρέπεται σε μία αποθήκη από προορισμένα-για-κατανάλωση προϊόντα – το κάθε ένα συναγωνίζεται για να μετατόπισει/παρασύρει την προσοχή των μελλοντικών καταναλωτών με την ελπίδα να το προσελκύσουν και να το κρατήσουν λίγο παραπάνω από μία φευγαλέα στιγμή. Εγκατάλειψη άκαμπτων δεδομένων, παράδοση στην αμεροληψία, εξυπηρέτηση όλων των προτιμήσεων μη πριμοδοτόντας καμία, ενθάρρυνση της περιοδικότητας και της “ευελιξίας” (το πολιτικά ορθό όνομα της αναποφασιστικότητας), ρομαντικοποίηση της αστάθειας και της ασυνέπειας είναι επομένως η “ορθή” (η μόνη λογική;) στρατηγική για να ακολουθήσουμε· ιδιοτροπία, ανασήκωμα των φρυδιών, σούφρωμα του άνω χείλους δε συνιστώνται. Ο τηλεκριτικός ενός χώρου αρχέτυπου και με στυλ, καθημερινά επαινούσε τη ραδιοφωνική  αναμετάδοση της παραμονής πρωτοχρονιάς 2007/8 που υποσχόταν “να παρέχει μία ακολουθία μουσικής διασκέδασης που εγγυάται να κορέσει όλα τα γούστα”. “Το καλό” με αυτό, εξήγησε, “είναι ό,τι αυτό το καθολικό αίτημα σημαίνει ότι μπορείτε ανάλογα με τις προτιμήσεις σας να ακουλουθείτε ή όχι τη ροή της εκπομπής”. Μία αξιέπαινη και πραγματικά καθωσπρέπει ποιότητα σε μία κοινωνία στην οποία τα δίκτυα αντικαθιστούν τις δομές, όπου το παιχνίδι της επισύναψης/αποσύνδεσης και μία ατελείωτη διαδικασία συνδέσεων και αποσυνδέσεων αντικαθιστούν το “καθορισμένο” και τη “σταθερότητα”.

Η παρούσα φάση, της σταδιακής μεταμόρφωσης της ιδέας της “κουλτούρας” από την αρχική, εμπνευσμένη από το Διαφωτισμό μορφή της στη ρευστή-μοντέρνα αναγέννησης της, παρακινήθηκε και εκτελέστηκε από τις ίδιες ακριβώς δυνάμεις που προώθησαν και την απελευθέρωση των αγορών από τους εναπομείναντες μη οικονομικής φύσεως φραγμούς – κοινωνικοί, πολιτικοί και ηθικοπλαστικοί μερικοί από αυτούς. Ακολουθώντας τη δική της απελευθέρωση, η καταναλωτική οικονομία της ρευστής-νεωτερικότητας, στηρίζεται στην πληθώρα των προσφορών, την ταχύτατη γήρανσή τους και τη γρήγορη εξασθένιση της γοητευτικής τους δύναμης – η οποία, παρεπιπτόντως, τη μετατρέπει σε μία οικονομία της ανηθικότητας και της σπατάλης. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει εκ των προτέρων η γνώση, ποια από τις προσφορές θα αποδειχθεί αρκετά προκλητική για να κεντρίσει την καταναλωτική επιθυμία, ο μόνος δρόμος για να το εξακριβώσουμε οδηγεί μέσα από δοκιμές και κοστοβόρα λάθη. Η συνεχής τροφοδοσία νέων προσφορών, και ο διαρκώς αναπτυσσόμενος όγκος των αγαθών που προσφέρονται, είναι εξίσου απαραίτητα στοιχεία για να κρατηθεί η κυκλοφορία των αγαθών σε εγρήγορση και η επιθυμία της αντικατάστασης των παλιών με “νέα και βελτιωμένα” συνεχώς ανανεωμένη – όπως επίσης να προληφθεί η συμπίεση του καταναλωτικού ανικανοποίητου μέσα στη γενική δυσαρέσκεια περί καταναλωτικού τρόπου ζωής ως τέτοιου, με τη χρήση μεμονωμένων προϊόντων.

Η κουλτούρα μετατρέπεται τώρα σε ένα από τα τμήματα του “όλα όσα χρειάζεσαι και μπορείς να ονειρευτείς” καταστήματος στο οποίο ο κόσμος κατοικείται από καταναλωτές. Όπως και στα υπόλοιπα τμήματα αυτού του καταστήματος, τα ράφια είναι γεμάτα με καθημερινά αγαθά, ενώ οι πάγκοι είναι διακοσμημένοι με εμπορεύματα των τελευταίων προσφορών, καταδικασμένα να εξαφανιστούν σύντομα μαζί με την πρόκληση που διαφημίζουν. Αγαθά και διαφημίσεις μαζί, είναι προγραμματισμένα να εγείρουν επιθυμίες και να πυροδοτούν ευχές (όπως περίφημα έθεσε ο George Steiner – “για μέγιστο αντίκτυπο και άμεση αχρήστευση”). Οι έμποροι και οι διαφημιστές του, βασίζονται στο πάντρεμα της δελεαστικής δύναμης της προσφοράς με την βαθιά ριζωμένη “περιπαιχτικότητα” και την “έχω πλεονέκτημα” παρόρμηση των πιθανών πελατών τους.

Η κουλτούρα της ρευστής-νεωτερικότητας, αντιθέτως με την κουλτούρα της εθνοκατασκευαστικής εποχής, δεν έχει “ανθρώπους” να “καλλιεργήσει”. Αντιθέτως έχει πελάτες να προσελκύσει. Και αντίθετα με την “στερεά μοντέρνα” προκάτοχό της, δεν επιθυμεί πλέον να μείνει, στο τέλος αλλά και το συντομότερο δυνατό, χωρίς δουλειά. Δουλειά της είναι τώρα, να καταστήσει τη δική της επιβίωση μόνιμη – καθιστώντας προσωρινές όλες τις πτυχές της ζωής του πρότερου κηδεμόνα της, τώρα ξαναγεννημένου ως πελάτη της.

 


[1] ο όρος πολιτικές-ζωής (life-politics) χρησιμοποιήθηκε από τον Anthony Giddens για να περιγράψει τις πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα ή τη χειραφέτηση και περισσότερο με το πως θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας.

[2] Ο Jonathan Rutherford είναι εκδότης του περιοδικού ‘Soundings’ και καθηγητής πολιτισμικών σπουδών στο Middlesex University

[3] Στο πρωτότυπο “porous boundaries”

[4] Αναφέρεται στη ρήση “Όλα τα πράγματα επιπλέουν με το ίδιο ειδικό βάρος στο συνεχώς κινούμενο ρεύμα του χρήματος” (“All things float with equal specific gravity in the constantly moving stream of money”), του κοινωνιολόγου Georg Simmel στο έργο του, The Metropolis and Mental Life.

 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

What’s this?

You are currently reading Η κουλτούρα στην παγκοσμιοποιημένη πόλη at το παραμυθι της πολης.

meta

%d bloggers like this: